Το WordReference δεν έχει τη δυνατότητα να μεταφράσει αυτή τη φράση, μπορείτε όμως να κάνετε κλικ σε κάθε λέξη για να δείτε τη σημασία της:

wired AND


Η φράση που αναζητήσατε δεν βρέθηκε.
Η εγγραφή για τον όρο wired παρατίθεται στη συνέχεια.

Δείτε επίσης: AND
  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
Σε αυτή τη σελίδα: wired, wire

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
wired adj (equipped for Internet)συνδεδεμένος στο διαδίκτυο, συνδεδεμένος στο ίντερνετ περίφρ
  δικτυωμένος μτχ πρκ
  που έχει σύνδεση στο διαδίκτυο, που έχει σύνδεση στο ίντερνετ, που έχει ίντερνετ περίφρ
 The majority of wired households in the UK do at least some of their grocery shopping online.
 Τα περισσότερα νοικοκυριά του Ηνωμένου Βασιλείου που έχουν σύνδεση στο διαδίκτυο κάνουν τουλάχιστον μερικά από τα ψώνια τους μέσω ίντερνετ.
wired adj (equipped for electricity)που έχει καλωδίωση περίφρ
  καλωδιωμένος μτχ πρκ
  (συσκευή: με καλώδιο)ενσύρματος επίθ
 The house is fully wired.
wired adj slang (tense, excited) (μεταφορικά, αργκό)στην πρίζα έκφρ
  τσιτωμένος μτχ πρκ
 Harry is wired; he can't keep still!
 Ο Χάρι είναι στην πρίζα. Δεν μπορεί να μείνει ακίνητος.
wired adj figurative, informal (have a certain personality) (μεταφορικά)προγραμματισμένος μτχ αορ
 Some people find it easy to forgive, but I'm not wired that way.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
wire n (metal strand)σύρμα ουσ ουδ
 The fence was attached to the posts with wire.
 Ο φράχτης ήταν στερεωμένος στους πασσάλους με σύρμα.
wire n (cable)καλώδιο ουσ ουδ
 We can run the wires under the carpet.
 Περάσαμε τα καλώδια κάτω από το χαλί.
wire [sth] vtr (equip with electrical wiring)καλωδιώνω ρ μ
 They wired the house themselves.
 Καλωδίωσαν το σπίτι μόνοι τους.
wire [sth] vtr (transfer or send money) (χρήματα)στέλνω ρ μ
 Can you wire me two hundred dollars by next Tuesday?
 Μπορείς να μου στείλεις δύο χιλιάδες δολάρια μέχρι την Τρίτη;
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
wire n (finish line)γραμμή τερματισμού φρ ως ουσ θηλ
  (μεταφορικά: κόβω)νήμα ουσ ουδ
 He cheered as the horse he had bet on reached the wire first.
 Πανηγύρισε όταν το άλογο στο οποίο είχε στοιχηματίσει έφτασε πρώτο στη γραμμή του τερματισμού.
 Πανηγύρισε όταν το άλογο στο οποίο είχε στοιχηματίσει έκοψε πρώτο το νήμα.
wire n figurative (telecommunications)τηλέγραφος ουσ αρσ
 The news came over the wire.
wire n (telegram)τηλεγράφημα ουσ ουδ
 He received a wire from his son in Australia.
wire n (bug: listening device) (μεταφορικά)κοριός ουσ ουδ
 He infiltrated the group wearing a wire.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Phrasal verbs
wire | wired
ΑγγλικάΕλληνικά
wire [sth] up,
wire up [sth]
vtr phrasal sep
(connect to cables) (περνάω καλώδια)καλωδιώνω ρ μ
  (ενώνω με καλώδια)συνδέω ρ μ
 I didn't know how to wire up the speakers.
wire [sb] up,
wire up [sb]
vtr phrasal sep
informal (attach a listening device to)βάζω κοριό σε κπ περίφρ
 The police wired up their undercover officer before his meeting with the drug dealer.
 Η αστυνομία έβαλε κοριό στον μυστικό αστυνομικό πριν τη συνάντησή του με τον έμπορο ναρκωτικών.
wire [sth] up,
wire up [sth]
vtr phrasal sep
(connect: equipment)συνδέω κτ με καλώδια περίφρ
  (καθομιλουμένη)καλωδιώνω ρ μ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
wired | wire
ΑγγλικάΕλληνικά
hardwired,
hard-wired
adj
(computer terminal: directly circuited)καλωδιωμένος μτχ πρκ
  άμεσα συνδεδεμένος επίρ + μτχ πρκ
 Hard-wired terminals are generally considered more reliable than wireless alternatives.
hardwired,
hard-wired
adj
(computing: built into hardware)ενσωματωμένος στο υλισμικό φρ ως επίθ
  ενσωματωμένος στο hardware φρ ως επίθ
 That is a hard-wired component that cannot be changed or upgraded.
hardwired,
hard-wired
adj
figurative (psychology: innate)έμφυτος επίθ
  βαθιά ριζωμένος φρ ως επίθ
 Many of our fears are hard-wired, such as fear of the unknown.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση wired AND στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «wired AND».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!